Εμπύημα Θώρακος

Εμπύημα θώρακος (ή αλλιώς επιπλεγμένη παραπνευμονική συλλογή), ονομάζεται η συλλογή υγρού (πύου) στην υπεζωκοτική κοιλότητα ως αποτέλεσμα (συνηθέστερα) λοίμωξης του κατωτέρου αναπνευστικού (πνευμονίας).

empyima

Η υπεζωκοτική κοιλότητα επιμολύνεται με μικρόβια σε κάποιο στάδιο εξέλιξης της υπάρχουσας πνευμονίας.

Η χρήση και εξέλιξη των αντιβιοτικών έχουν ελαττώσει σημαντικά την επίπτωση του εμπυήματος, αν και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία εκ νέου αυξητική τάση.

Έχει υπολογιστεί ότι εμπύημα επιπλέκει το 2-3 % των πνευμονιών της κοινότητας.

Το ποσοστό αυτό είναι αρκετά μεγαλύτερο (περίπου 20-40%) σε ασθενείς που καταλήγουν τελικά να εισαχθούν στο νοσοκομείο, προφανώς λόγω της βαρύτητας της υποκείμενης πνευμονίας.

Προδιαθεσικοί παράγοντες θεωρούνται η εισρόφηση (είσοδος γαστρικού περιεχομένου στους πνεύμονες), η κακή στοματική υγιεινή, η υποθρεψία, η κατάχρηση αλκοόλ, η χρήση ναρκωτικών, η ανοσοκατοστολή, η ατελώς αντιμετωπεισθείσα πνευμονία, η γρίπη και η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.

Επίσης η ήδη υπάρχουσα πλευρική συλλογή (λόγω π.χ. καρδιακής ανεπάρκειας ή ηπατικής νόσου) θεωρείται ότι μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο για δημιουργία εμπυήματος.

Άλλες αιτίες εμπυήματος είναι το θωρακικό τραύμα, και το μετεγχειρητικό εμπύημα (εμπύημα μετά από χειρουργείο στον πνεύμονα ή τον οισοφάγο).

Τα μικρόβια που συνήθως ευθύνονται για τη δημιουργία εμπυήματος μετά από πνευμονία είναι ο στρεπτόκοκκος της πνευμονίας και ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος. Σε άλλες αιτίες, όπως π.χ. σε εισρόφηση τα μικρόβια είναι περισσότερα από ένα.

Το εμπύημα εξελίσσεται σε τρεις φάσεις.

empyema-thorakos

Εξιδρωματική φάση

Στην αρχική ή εξιδρωματική φάση, παρατηρείται μικρή έως μέτρια υπεζωκοτική εξιδρωματική συλλογή, η οποία δεν παρουσιάζει εγκυστώσεις, είναι δηλαδή ελεύθερη.

Στο στάδιο αυτό η έναρξη κατάλληλης αντιβιοτικής αγωγής έχει μεγάλη πιθανότητα να αποτρέψει την περεταίρω εξέλιξη του εμπυήματος και να επιφέρει τη θεραπεία.

Η φάση αυτή συνήθως αρχίζει ώρες ή και λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πνευμονίας.

Στη φάση αυτή ο ασθενής συνήθως πυρέσσει και μπορεί να παραπονείται για πόνο στο θώρακα (πλευριτικός πόνος) με τις αναπνευστικές κινήσεις και το βήχα, βήχα με παραγωγή πτυέλων και δύσπνοια και οι εξετάσεις αίματος εμφανίζουν αυξημένους δείκτες φλεγμονής (λευκοκυττάρωση, αύξηση CRP).

Ως θεραπευτική επιλογή, εκτός από τη χειρουργική επέμβαση, σε ασθενείς που δεν επιθυμούν να υποβληθούν σε αυτή ή που είναι υψηλού κινδύνου για να υποβληθούν σε αυτή, είναι και η ενδουπεζωκοτική χορήγηση ινωδολυτικών φαρμάκων μέσω του θωρακοσωλήνα. Ο στόχος είναι η ρευστοποίηση της ινωδοπυώδους συλλογής με σκοπό την παροχέτευση της από τον θωρακοσωλήνα. Αν και λιγότερο επεμβατική σε σχέση με το χειρουργείο, η λύση αυτή συχνά δεν είναι αποτελεσματική και ο ασθενής μπορεί τελικά να οδηγηθεί στο χειρουργείο με καθυστέρηση.

Στη διάγνωση του εμπυήματος, εκτός από το ιστορικό και την κλινική εξέταση βοηθούν οι απεικονιστικές εξετάσεις και κυρίως η αξονική τομογραφία θώρακος με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό και (λιγότερο) ο θωρακικός υπέρηχος. Η αξονική τομογραφία θώρακος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη ως προγνωστικό μέσο και ως βοήθημα για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής παρέμβασης και το σχεδιασμό της.

Οι εξετάσεις αίματος παρουσιάζουν αυξημένους δείκτες φλεγμονής (λευκοκυττάρωση και αυξημένη CRP) και επιβεβαιώνουν την κλινική και απεικονιστική εικόνα.